διαθήκη

διαθήκη
(Νομ.). Έγγραφο με το οποίο ένα πρόσωπο (διαθέτης) ορίζει ότι η περιουσία του ως σύνολο ή κατά ποσοστά (κληρονομιά) θα περιέλθει μετά τον θάνατό του σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμους). Για να είναι έγκυρη η δ. πρέπει να αποτελεί έκφραση της ελεύθερης βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορεί να την ανακαλέσει όποτε θέλει ή να την αντικαταστήσει με άλλη. Επιπλέον, για να προφυλαχθεί η ελευθερία της βούλησης του διαθέτη, ο νόμος ορίζει ότι το πρόσωπο του κληρονόμου πρέπει να υποδεικνύεται από τον ίδιο τον διαθέτη και να μην αφήνεται η υπόδειξή του σε τρίτους. Η κληρονομική διαδοχή που ορίζεται από τη δ. έχει τα πρωτεία. Μόνο αν δεν υπάρχει δ. ή όταν η διαδοχή που αναφέρει η δ. ματαιωθεί, ολικώς ή μερικώς, χωρεί κληρονομική διαδοχή από τον νόμο ή εξ αδιαθέτου. Εξαιτίας της μεγάλης κοινωνικοοικονομικής σημασίας της, η κληρονομική διαδοχή που ορίζεται από τη δ. αποτελεί αντικείμενο λεπτομερούς ρύθμισης από τον νόμο. Η ρύθμιση αυτή αφορά τη μορφή ή τον τύπο της δ., το περιεχόμενό της ή την εκτέλεσή της. Οι διατάξεις που αφορούν τον τύπο της δ. έχουν θεσπιστεί με ποινή ακυρότητας. Η σύνταξη της δ. οφείλει να γίνεται αυτοπροσώπως από τον διαθέτη· απαγορεύεται εξάλλου η συνδιαθήκη, δηλαδή η σύνταξη δ. από πολλά πρόσωπα. Η ικανότητα για σύνταξη δ. αναγνωρίζεται σε όσους έχουν συμπληρώσει το 18o έτος της ηλικίας τους, με τον όρο ότι δεν είναι δικαστικώς απαγορευμένοι υπό δικαστική αντίληψη εξαιτίας ασωτίας ή στερημένοι της συνείδησης των όσων πράττονται κατά τη σύνταξη της δ. ή στερημένοι της χρήσης του λογικού εξαιτίας νόσου. Ο τόπος της δ. πρέπει να είναι σύμφωνος με όσα ορίζει ο νόμος σχετικά με κάθε ιδιαίτερο είδος δ. Στον Α.Κ. προβλέπονται διάφορα είδη δ. δημόσια δ. Συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου και τριών μαρτύρων ή δεύτερου συμβολαιογράφου και ενός μάρτυρα· ο νόμος προβλέπει ορισμένες περιπτώσεις κωλυμάτων για τον συμβολαιογράφο και τους μάρτυρες. Η σύνταξη της δημόσιας δ. γίνεται με βάση την προφορική δήλωση του διαθέτη και την παρουσία των προσώπων που συμπράττουν. Σχετικά με τη δ. συντάσσεται ειδική πράξη, η οποία διαβάζεται και υπογράφεται από τον διαθέτη και τα υπόλοιπα πρόσωπα· η υπογραφή του διαθέτη αναπληρώνεται από τη δήλωσή του ότι αδυνατεί να υπογράψει. Υπάρχουν ειδικές προβλέψεις για τους κωφούς και γι’ αυτούς που δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα. ιδιόγραφη δ.Είναι η δ. που γράφεται, χρονολογείται και υπογράφεται από το χέρι του διαθέτη· ο μόνος τύπος που απαιτείται σε αυτή την περίπτωση είναι να προκύπτει από τη χρονολογία η ημέρα, ο μήνας και το έτος. Η σύνταξη ιδιόγραφης δ. δεν επιτρέπεται στον ανήλικο και σε αυτόν που δεν μπορεί να διαβάζει χειρόγραφα. μυστική δ. Έχει και αυτή επίσημο χαρακτήρα και η κατάρτισή της γίνεται με την παράδοση σε συμβολαιογράφο (κατά τους όρους της δημόσιας δ.) εγγράφου από τον διαθέτη, με τη δήλωση ότι περιέχει τη δ. του. Το έγγραφο αυτό πρέπει να φέρει την υπογραφή του διαθέτη, έπειτα σφραγίζεται, αναγράφεται σημείωση πάνω σε αυτό και συντάσσεται σχετική συμβολαιογραφική πράξη. Ειδικές διατάξεις αναφέρονται στους άλαλους, στους κωφάλαλους, σε αυτούς που δεν μπορούν να υπογράψουν ή αγνοούν την ελληνική. Οι ανήλικοι και αυτοί που δεν μπορούν να διαβάσουν είναι ανίκανοι για σύνταξη μυστικής δ. ειδικοί τύποι δ. Είναι οι έκτακτες δ., δηλαδή εκείνες που συντάσσονται με προφορική δήλωση κατά τη διάρκεια θαλάσσιου ταξιδιού πάνω σε πολεμικό ή εμπορικό πλοίο, από τους στρατιωτικούς κατά τη διάρκεια εκστρατείας ή δ. κατά τη διάρκεια αποκλεισμού. Η διάρκεια των έκτακτων δ. αυτού του είδους είναι τρίμηνη· μετά την παρέλευση των εξαιρετικών αυτών περιστάσεων και εφόσον ο διαθέτης βρίσκεται στη ζωή, η έναρξη και η εξάντληση της προθεσμίας αναστέλλονται, αν ο διαθέτης δεν είναι σε θέση να συντάξει δημόσια ή μυστική δ. Σχετικά με τον τύπο ανάκλησης των δ. προβλέπονται ειδικότερες διατάξεις κατά κατηγορίες δ. Μετά τον θάνατο του διαθέτη γίνεται δημοσίευση της δ. από το πρωτοδικείο ή από την προξενική αρχή· και για τις δύο περιπτώσεις τηρείται βιβλίο δημοσιεύσεων δ. Όσον αφορά το περιεχόμενο της δ. προβλέπεται ότι μπορεί να ακυρωθεί όχι μόνο η δ. που οφείλεται σε απειλή, δόλο ή πλάνη, αλλά και η δ. που παρέλειψε μεριδιούχο· το δικαίωμα προσβολής παραγράφεται αφού παρέλθει διετία από τη δημοσίευση της δ. Ο Α.Κ. περιλαμβάνει διατάξεις που διευκολύνουν την ερμηνεία αόριστων ή ασαφών ορισμών δ. (υπέρ των πτωχών, υπέρ συγγενών κλπ.) ή ρυθμίζουν την τύχη διαφόρων αιρέσεων (π.χ. αίρεση αγαμίας κλπ.). Σε περίπτωση εγκατάστασης σε ποσοστό της κληρονομιάς χωρεί διαδοχή εξ αδιαθέτου ως προς το υπόλοιπο· εάν περισσότερα πρόσωπα εγκαταστάθηκαν αόριστα, κληρονομούν κατά ίσα μέρη. Ο Α.Κ. προβλέπει επίσης για την προσαύξηση των μερίδων σε περίπτωση έκπτωσης ενός από τους συγκληρονόμους πριν από την επαγωγή, για την υποκατάσταση, δηλαδή τον διορισμό υποκατάστατου κληρονόμου σε περίπτωση έκπτωσης του εγκαταστάτη κλπ. καθώς και για τις περιπτώσεις καθολικού καταπιστεύματος, όταν δηλαδή ο διαθέτης περιλαμβάνει στη δ. διάταξη η οποία υποχρεώνει τον κληρονόμο να παραδώσει, μετά την επέλευση ενός γεγονότος ή ενός χρονικού σημείου, ολόκληρη την κληρονομιά ή ποσοστό της σε άλλο πρόσωπο (καταπιστευματοδόχο), το οποίο μπορεί να είναι και οι αναγκαίοι κληρονόμοι (οικογενειακό καταπίστευμα). Ο διαθέτης μπορεί επίσης να ορίσει ένα η περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ως εκτελεστές της δ. Ο Α.Κ. ρυθμίζει με λεπτομέρειες τις προϋποθέσεις, το περιεχόμενο, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του λειτουργήματος αυτού.
* * *
η (Α διαθήκη) [διατίθημι]
1. το να διαθέσει κάποιος κάτι
2. έγγραφη δήλωση τής βούλησης κάποιου για την τύχη τής περιουσίας του μετά τον θάνατό του
3. παραινέσεις, υποδείξεις, νουθεσίες προς μεταγενεστέρους (αλλιώς υποθήκες)
4. η συμφωνία που έγινε ανάμεσα στον θεό και τον περιούσιο λαό του Ισραήλ (Παλαιά Διαθήκη) και τής ανθρωπότητας με τον Ιησού Χριστό (Καινή Διαθήκη)
αρχ.
1. συνθήκη, συμφωνία, σύμβαση
2. σωματική κατάσταση
3. είδος κολλυρίου
4. φρ. «αἱ ἀπόρρητοι διαθῆκαι» — οι χρησμοί.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • διαθήκη — disposition fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθήκῃ — διαθήκη disposition fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθήκη — η 1. έγγραφο στο οποίο εκφράζεται ο τρόπος με τον οποίο επιθυμεί κάποιος να διαθέσει την περιουσία του μετά το θάνατό του: Σήμερα θα ανοιχθεί η διαθήκη του πατέρα μου. 2. παραινέσεις προς απογόνους: Παιδί μου, τα λόγια μου είναι η διαθήκη μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Καινή Διαθήκη — Βλ. λ.Διαθήκη …   Dictionary of Greek

  • Παλαιά Διαθήκη — Bλ. λ. Διαθήκη και Αγία Γραφή …   Dictionary of Greek

  • Καινή Διαθήκη — η το ιερό βιβλίο των χριστιανών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαθήκηι — διαθήκῃ , διαθήκη disposition fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθηκῶν — διαθήκη disposition fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθῆκαι — διαθήκη disposition fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθήκαιν — διαθήκη disposition fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”